τραμβάυ

τραμβάυ
και τραμβάι και τράμβαϋ και τραμβάγιο, το, Ν
άκλ. το τραμ.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. tram-way (βλ. και τραμ). Η λ., στον τ. τράμβαϋ, μαρτυρείται από το 1889 στο Λεξικόν Ελληνογαλλικόν τού Ν. Κοντοπούλου].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”